Μετάφραση του "capitalisation" σε Ελληνικά
Το κεφαλαιοποίηση είναι η μετάφραση του "capitalisation" σε Ελληνικά.
capitalisation
noun
γραμματική
The act or process of capitalising. [..]
-
κεφαλαιοποίηση
noun feminineact or process of capitalising [..]
Such costs are costs of holding partially completed assets and do not qualify for capitalisation.
Τέτοιο κόστος είναι το κόστος κατοχής μερικώς ολοκληρωμένων περιουσιακών στοιχείων, το οποίο δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για κεφαλαιοποίηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " capitalisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "capitalisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κεφαλαιοποίηση αγοράς · χρηματιστηριακή αξία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη