Μετάφραση του "capitalization" σε Ελληνικά

Οι κεφαλαιοποίηση, κεφαλοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "capitalization" σε Ελληνικά.

capitalization noun γραμματική

(North America) Alternative form of capitalisation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεφαλαιοποίηση

    noun feminine

    Your father's business needed another infusion of capital, darling.

    Η εργασία του πατέρα σου, χρειάζεται και νέα κεφαλαιοποίηση, αγάπη μου.

  • κεφαλοποίηση

    The conversion of funds into capital or treating them as capital rather than expenses.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " capitalization " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "capitalization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "capitalization" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη