Μετάφραση του "capitalization" σε Ελληνικά
Οι κεφαλαιοποίηση, κεφαλοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "capitalization" σε Ελληνικά.
capitalization
noun
γραμματική
(North America) Alternative form of capitalisation. [..]
-
κεφαλαιοποίηση
noun feminineYour father's business needed another infusion of capital, darling.
Η εργασία του πατέρα σου, χρειάζεται και νέα κεφαλαιοποίηση, αγάπη μου.
-
κεφαλοποίηση
The conversion of funds into capital or treating them as capital rather than expenses.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " capitalization " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "capitalization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μαδρίτη
-
Ρώμη
-
Λευκωσία
-
Πράγα
-
Αθήνα
-
Θανατική ποινή στον κόσμο
-
Λουάντα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη