Μετάφραση του "capitulate" σε Ελληνικά

Οι συνθηκολογώ, Συνθηκολογώ, παραδίδομαι ... yield (ΔΙΚΟ ΣΟΥ), παραδίδομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "capitulate" σε Ελληνικά.

capitulate verb γραμματική

To end all resistance; to give up; to go along with or comply; may imply compliance with an enemy or to end all resistance because of loss of hope [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνθηκολογώ

    surrender; end all resistance; to give up; to go along with or comply

  • Συνθηκολογώ, παραδίδομαι ... yield (ΔΙΚΟ ΣΟΥ)

  • παραδίδομαι

    verb

    surrender; end all resistance; to give up; to go along with or comply

    More than 130 a thousand troops they had lowered the arms in the biggest capitulation that the British army knew.

    Πάνω από 130 χιλιάδες στρατού παρέδωσαν όπλα... που γνώρισαν ποτέ οι Βρετανοί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " capitulate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "capitulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Συνθηκολόγηση · διομολόγηση · εγκατάλειψη · συνθηκολόγηση
  • παραδίδομαι
  • Συνθηκολόγηση · διομολόγηση · εγκατάλειψη · συνθηκολόγηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "capitulate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη