Μετάφραση του "capitulation" σε Ελληνικά

Οι συνθηκολόγηση, Συνθηκολόγηση, διομολόγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "capitulation" σε Ελληνικά.

capitulation noun γραμματική

A reducing to heads or articles; a formal agreement. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνθηκολόγηση

    noun feminine

    surrender to an enemy

    After our capitulation your men did caught me on street.

    Μετά τη συνθηκολόγηση μας οι άνδρες σας με έπιασαν στο δρόμο.

  • Συνθηκολόγηση

    form of surrender

    After our capitulation your men did caught me on street.

    Μετά τη συνθηκολόγηση μας οι άνδρες σας με έπιασαν στο δρόμο.

  • διομολόγηση

  • εγκατάλειψη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " capitulation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "capitulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παραδίδομαι
  • Συνθηκολογώ, παραδίδομαι ... yield (ΔΙΚΟ ΣΟΥ) · παραδίδομαι · συνθηκολογώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "capitulation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη