Μετάφραση του "carer" σε Ελληνικά

Το φροντιστής είναι η μετάφραση του "carer" σε Ελληνικά.

carer noun γραμματική

someone who looks after another, either as a job or often through family responsibilities. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φροντιστής

    noun masculine, feminine

    I wanted to be someone other than the sister, the carer, the guilty party.

    Ήθελα να είναι κάποιος εκτός από την αδελφή, ο φροντιστής, ο ένοχος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " carer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "carer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη