Μετάφραση του "caressing" σε Ελληνικά

Το χαϊδευτικός είναι η μετάφραση του "caressing" σε Ελληνικά.

caressing noun verb γραμματική

Present participle of caress. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαϊδευτικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " caressing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "caressing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χαϊδεύω
  • θωπεία · θωπεύω · κτύπημα · χάδεμα · χάδι · χάιδεμα · χαϊδεύω
  • χαϊδεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "caressing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη