Μετάφραση του "caressing" σε Ελληνικά
Το χαϊδευτικός είναι η μετάφραση του "caressing" σε Ελληνικά.
caressing
noun
verb
γραμματική
Present participle of caress. [..]
-
χαϊδευτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " caressing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη