Μετάφραση του "causing" σε Ελληνικά

Το πρόκληση είναι η μετάφραση του "causing" σε Ελληνικά.

causing verb noun

Present participle of cause. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόκληση

    noun

    I'm arresting you on suspicion of causing death by dangerous driving.

    Σε συλλαμβάνω ως ύποπτο για πρόκληση θανάτου λόγω επικίνδυνης οδήγησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " causing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "causing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "causing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη