Μετάφραση του "caustic" σε Ελληνικά

Οι καυστικός, καυστικό, σκωπτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "caustic" σε Ελληνικά.

caustic adjective noun γραμματική

Capable of burning, corroding or destroying organic tissue [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καυστικός

    adjective masculine

    severe; satirical; sharp [..]

    There was thus no incentive for soda ash users to switch to caustic soda.

    Έτσι, δεν υπήρχε, συνεπώς κανένα κίνητρο για τους χρήστες ανθρακικού νατρίου να στραφούν στην καυστική σόδα.

  • καυστικό

    noun neuter

    substance which burns, corrodes or destroys organic tissue

    This reagent should be handled with care since it is highly caustic.

    Επειδή το αντιδραστήριο αυτό είναι πολύ καυστικό πρέπει να χειρίζεται με προσοχή.

  • σκωπτικός

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δριμύς
    • δηκτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " caustic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "caustic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "caustic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη