Μετάφραση του "chain" σε Ελληνικά

Οι αλυσίδα, άλυσος, σειρά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chain" σε Ελληνικά.

chain verb noun γραμματική

A series of interconnected rings or links usually made of metal. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλυσίδα

    noun feminine

    that which confines, fetters [..]

    They shall ensure that wheat treated with sintofen does not enter the food and feed chain.

    Εξασφαλίζουν ότι το σιτάρι που έχει υποστεί επεξεργασία με sintofen δεν εισέρχεται στην αλυσίδα τροφίμων και ζωοτροφών.

  • άλυσος

    noun feminine

    that which confines, fetters [..]

    fibre formed of linear macromolecules whose chain is constituted by poly(vinyl alcohol) with differing levels of acetalisation

    Ίνα σχηματιζόμενη από γραμμικά μακρομόρια των οποίων η άλυσος συντίθεται από πολυβινυλική αλκοόλη με ποικίλους βαθμούς ακετυλιώσεως

  • σειρά

    noun feminine

    series of interconnected things

    You should've went through the proper chain, but I did check your guy out.

    Έπρεπε να το κάνεις με τη σωστή σειρά, αλλά έλεγξα τον τύπο σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αλυσοδένω
    • δεσμά
    • καδένα
    • ακολουθία
    • αλυσίδα συναλλαγών
    • οροσειρά
    • Αλυσίδα
    • άλυσις
    • συνδέω
    • μονάδα μήκους
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chain " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Chain noun

British biochemist (born in Germany) who isolated and purified penicillin, which had been discovered in 1928 by Sir Alexander Fleming (1906-1979)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αλυσίδα, ακολουθία

Εικόνες με "chain"

Φράσεις παρόμοιες με "chain" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chain" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη