Μετάφραση του "chaining" σε Ελληνικά
Το αλυσιδωτή σύνδεση είναι η μετάφραση του "chaining" σε Ελληνικά.
chaining
noun
verb
γραμματική
Present participle of chain. [..]
-
αλυσιδωτή σύνδεση
All right, once we harness all the subjects together, we'll wire them up like a daisy chain.
Μόλις τους συνδέσουμε μεταξύ τους, κάνουμε αλυσιδωτή σύνδεση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chaining " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "chaining" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλυσίδα διαφορικών δίσκων
-
αλυσίδα αξιοπιστίας
-
αλυσίδα συνδέσεων
-
αλυσίδα · οροσειρά
-
αλυσοπρίονο · πριονοκορδέλα
-
αλυσίδα πιστοποιητικού
-
αντιολισθήτικη αλυσίδα
-
Αλυσιδωτή σύνδεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη