Μετάφραση του "chained" σε Ελληνικά
Το αλυσοδεμένος είναι η μετάφραση του "chained" σε Ελληνικά.
chained
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of chain. [..]
-
αλυσοδεμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " chained " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "chained" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλυσιδωτή σύνδεση
-
αλυσίδα διαφορικών δίσκων
-
αλυσίδα αξιοπιστίας
-
αλυσίδα συνδέσεων
-
αλυσίδα · οροσειρά
-
αλυσοπρίονο · πριονοκορδέλα
-
αλυσίδα πιστοποιητικού
-
αντιολισθήτικη αλυσίδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη