Μετάφραση του "charged" σε Ελληνικά
Οι κατηγορούμενος, φορτισμένος, βαρυνόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charged" σε Ελληνικά.
Simple past tense and past participle of charge. [..]
-
κατηγορούμενος
noun masculineOtherwise, I will charge you with obstruction of justice.
Αλλιώς, θα σε κατηγορήσω για παραβίαση της δικαιοσύνης.
-
φορτισμένος
particleIf the connection of a battery is necessary, a fully charged battery in good order must be used.
Αν χρειάζεται να συνδεθεί συσσωρευτής, πρέπει να χρησιμοποιείται ένας πλήρως φορτισμένος και σε καλή κατάσταση συσσωρευτής.
-
βαρυνόμενος
The full contribution required to meet this additional insurance cover shall be charged to the official.
Η πλήρης εισφορά που απαιτείται για να καλυφθεί η συμπληρωματική αυτή ασφάλιση βαρύνει τον υπάλληλο.
-
υπόδικος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " charged " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "charged" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάνω έφοδο · φόρτιση · χρέωση
-
δικογραφία