Μετάφραση του "charisma" σε Ελληνικά

Οι χάρισμα, θείο χάρισμα, ταλέντο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charisma" σε Ελληνικά.

charisma noun γραμματική

(Christianity) An extraordinary power granted by the Holy Spirit [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χάρισμα

    noun neuter

    Personal charm or magnetism [..]

    He obviously possessed some remarkable charisma, sort of charmed presence that drew the eye, compelled the gaze.

    Σίγουρα είχε κάποιο χάρισμα, μια επιβλητική παρουσία που τράβαγε το βλέμμα, ανάγκαζε το μάτι.

  • θείο χάρισμα

    noun neuter

    extraordinary power granted by the Holy Spirit

  • ταλέντο

    noun

    There are still some people who can be persuaded by charisma.

    Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που πείθονται από το ταλέντο.

  • έλξη

    noun feminine

    The point is, my natural charisma has made him fail his midterm.

    Το θέμα είναι ότι η έλξη που του ασκώ τον έκανε να αποτύχει στις εξετάσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " charisma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "charisma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη