Μετάφραση του "charismatic" σε Ελληνικά

Το χαρισματικός είναι η μετάφραση του "charismatic" σε Ελληνικά.

charismatic adjective noun γραμματική

of, related to, or being a member of a form of Christianity that emphasises the role of the Holy Spirit [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρισματικός

    adjective masculine

    of, related to, or being a member of a form of Christianity [..]

    Oh, very charismatic with the nobles, that one.

    Oh, πολύ χαρισματικός με τους ευγενείς αυτός εδώ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " charismatic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Charismatic noun γραμματική

A member of the Charismatic Movement [..]

+ Προσθήκη

"Charismatic" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Charismatic στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "charismatic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη