Μετάφραση του "charring" σε Ελληνικά
Το ανθρακοποίηση είναι η μετάφραση του "charring" σε Ελληνικά.
charring
verb
noun
γραμματική
Present participle of char. [..]
-
ανθρακοποίηση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " charring " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "charring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τύπος δεδομένων char
-
άνθρακας · απανθρακώνω · κάρβουνο · καίω · καθαρίστρια · καρβουνιάζω · μαυρίζω · παραδουλεύτρα · παρακαίγομαι
-
απανθρακωμένο σώμα
-
καρβουνιάζω
-
απανθρακωμένος · καρβουνιασμένος · που έγινε κάρβουνο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη