Μετάφραση του "charming" σε Ελληνικά
Οι γοητευτικός, χαριτωμένος, αγαθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charming" σε Ελληνικά.
charming
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of charm. [..]
-
γοητευτικός
adjective masculineThat was a charming little scene out there.
Αυτή ήταν μια γοητευτική μικρή σκηνή εκεί έξω.
-
χαριτωμένος
adjective masculineπου προκαλεί ευχαρίστηση
You don't have to try so hard to be charming.
Δεν χρειάζεται να προσπαθείς τόσο πολύ για να είσαι χαριτωμένος.
-
αγαθός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γοητευτική
- γοητευτικό
- θελκτικός
- μαγευτικός
- αξιολάτρευτος
- ευγενικός
- σαγηνευτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " charming " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "charming" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περνώ ζωή χαρισάμενη
-
πρίγκιπας του παραμυθιού · πριγκιπόπουλο του παραμυθιού
-
χαϊμαλί
-
κοκαλάκι τής νυχτερίδας
-
Οι Μάγισσες
-
γούρι · κοκαλάκι τής νυχτερίδας · πορτμπονέρ · φυλαχτό
-
τρίτη (φορά) και τυχερή · τρίτη και καλύτερη
-
γητειά · γοητεία · γοητεύω · γούρι · θέλγητρο · θέλγω · μαγεία · μαγεύω · παρασύρω · προσελκύω · σαγηνεύω · σύμβολο · φυλαχτό · ψευτοστολίδι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη