Μετάφραση του "checking" σε Ελληνικά

Οι έλεγχος, αναχαίτιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "checking" σε Ελληνικά.

checking noun verb γραμματική

Present participle of check. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλεγχος

    noun masculine

    This check sampling does not apply to automatic sampling.

    Ο εν λόγω δειγματοληπτικός έλεγχος δεν εφαρμόζεται στην αυτόματη δειγματοληψία.

  • αναχαίτιση

    noun

    - what practical measures does it intend to take to keep the virus in check?

    - ποιες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες βρίσκονται επί του παρόντοςπό μελέτη για την αναχαίτιση αυτού του ιού;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " checking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "checking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "checking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη