Μετάφραση του "checked" σε Ελληνικά

Οι ανεσταλμένος, ελεγμένος, καρό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "checked" σε Ελληνικά.

checked adjective verb

(North America) Having a pattern of checks; checkered. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεσταλμένος

    adjective
  • ελεγμένος

    All equipments checked and serviceable.

    Όλος ο εξοπλισμός είναι ελεγμένος και επισκευασμένος.

  • καρό

    adjective

    And you come along with a sport coat with black and orange checks.

    Kι εσύ πήγες και βρήκες έvα σακάκι με μαύρα και πoρτoκαλί καρό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " checked " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "checked" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "checked" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη