Μετάφραση του "chickenhearted" σε Ελληνικά

Οι άνανδρος, δειλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chickenhearted" σε Ελληνικά.

chickenhearted adjective γραμματική

timid and easily frightened [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνανδρος

    adjective masculine
  • δειλός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chickenhearted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chickenhearted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη