Μετάφραση του "chicle" σε Ελληνικά

Οι γόμα, τσίχλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chicle" σε Ελληνικά.

chicle noun γραμματική

The milky latex of the sapodilla tree, used after coagulation as the principal ingredient of chewing gum [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γόμα

    noun feminine
  • τσίχλα

    noun feminine

    Carbon is associated with fire, chicle is gum.

    Ο άνθρακας συνδέεται με τη φωτιά, η τσίχλα είναι μαστίχα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chicle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chicle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη