Μετάφραση του "churl" σε Ελληνικά
Οι αγροίκος, άξεστος, αγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "churl" σε Ελληνικά.
churl
noun
γραμματική
a boorish person; a peasant [..]
-
αγροίκος
adjective masculine -
άξεστος
adjective masculine -
αγενής
adjective masculine -
χωρικός
adjective noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " churl " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη