Μετάφραση του "circumstantial" σε Ελληνικά

Οι έμμεσος, τυχαίος, λεπτομερής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "circumstantial" σε Ελληνικά.

circumstantial adjective noun γραμματική

Pertaining to or dependent on circumstances, especially as opposed to essentials; incidental, not essential. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έμμεσος

  • τυχαίος

    adjective masculine
  • λεπτομερής

    adjective

    The point is, when it comes to Sarah's murder, all of this is circumstantial.

    Το σημείο είναι, όταν της Sarah η δολοφονία, όλο αυτό είναι λεπτομερής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δευτερεύων
    • περιστατικός
    • συμπτωματικός
    • επουσιώδης
    • βοηθητικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " circumstantial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "circumstantial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έμμεσα αποδεικτικά στοιχεία · αποχρώσες ενδείξεις
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "circumstantial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη