Μετάφραση του "circumvention" σε Ελληνικά

Οι καταστρατήγηση, παράκαμψη, απάτη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "circumvention" σε Ελληνικά.

circumvention noun γραμματική

The act of evading by going around (bypassing). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταστρατήγηση

    noun

    Should these measures against Taiwan be repealed, there is a strong likelihood that circumvention will resume.

    Στην περίπτωση που τα μέτρα αυτά κατά της Ταϊβάν καταργηθούν, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να επαναληφθεί η καταστρατήγηση.

  • παράκαμψη

    Noun

    Their operations always rely primarily on circumventions of the law and on very poor law enforcement.

    Οι δραστηριότητές τους βασίζονται πάντα σε παράκαμψη της νομοθεσίας και στην πολύ πλημμελή επιβολή του νόμου.

  • απάτη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " circumvention " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "circumvention" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη