Μετάφραση του "claw" σε Ελληνικά
Οι νύχι, νυχιάζω, αρπάγη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "claw" σε Ελληνικά.
claw
verb
noun
γραμματική
A curved, pointed horny nail on each digit of the foot of a mammal, reptile, or bird. [..]
-
νύχι
noun neutercurved horny nail
Mom had to beat them off with a claw hammer.
Mama έπρεπε να νικήσει apos? Em off με ένα σφυρί νύχι.
-
νυχιάζω
verbscratch or tear at
-
αρπάγη
feminineNow hit the claw release again.
Τώρα απελευθέρωσε πάλι την αρπάγη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρπάζω με τα νύχια
- γδέρνω
- γραπώνω
- γρατσουνίζω
- δαγκάνα
- σκάβω με τα νύχια
- γάντζος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " claw " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "claw"
Φράσεις παρόμοιες με "claw" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διχαλωτό σφυρί για το βγάλσιμο καρφιών
-
διχαλωτός
-
γδέρνω
-
διχαλωτό σφυρί · σαμούτσα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη