Μετάφραση του "clawed" σε Ελληνικά

Το διχαλωτός είναι η μετάφραση του "clawed" σε Ελληνικά.

clawed adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of claw. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διχαλωτός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " clawed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "clawed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αρπάγη · αρπάζω με τα νύχια · γάντζος · γδέρνω · γραπώνω · γρατσουνίζω · δαγκάνα · νυχιάζω · νύχι · ξεριζώνω, ξενυχιάζω · σκάβω με τα νύχια
  • διχαλωτό σφυρί για το βγάλσιμο καρφιών
  • γδέρνω
  • διχαλωτό σφυρί · σαμούτσα
  • αρπάγη · αρπάζω με τα νύχια · γάντζος · γδέρνω · γραπώνω · γρατσουνίζω · δαγκάνα · νυχιάζω · νύχι · ξεριζώνω, ξενυχιάζω · σκάβω με τα νύχια
  • αρπάγη · αρπάζω με τα νύχια · γάντζος · γδέρνω · γραπώνω · γρατσουνίζω · δαγκάνα · νυχιάζω · νύχι · ξεριζώνω, ξενυχιάζω · σκάβω με τα νύχια
  • αρπάγη · αρπάζω με τα νύχια · γάντζος · γδέρνω · γραπώνω · γρατσουνίζω · δαγκάνα · νυχιάζω · νύχι · ξεριζώνω, ξενυχιάζω · σκάβω με τα νύχια
  • αρπάγη · αρπάζω με τα νύχια · γάντζος · γδέρνω · γραπώνω · γρατσουνίζω · δαγκάνα · νυχιάζω · νύχι · ξεριζώνω, ξενυχιάζω · σκάβω με τα νύχια
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "clawed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη