Μετάφραση του "cleaner" σε Ελληνικά

Οι καθαριστής, καθαριστικό, απορρυπαντικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cleaner" σε Ελληνικά.

cleaner noun adjective γραμματική

A person whose occupation is to clean floors, windows and other things. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαριστής

    noun

    person who cleans

    He was his driver, cook and cleaner and learnt English in the process.

    Ήταν οδηγός, μάγειρας και καθαριστής του και έμαθε αγγλικά, καθώς δούλευε.

  • καθαριστικό

    noun neuter

    She used oven cleaner, and now the tiny camera on the screen doesn't see anything.

    Xρησιμoπoίησε καθαριστικό για φoύρvoυς και τώρα η μικρή κάμερα στov υπoλoγιστή δεv βλέπει τίπoτα.

  • απορρυπαντικό

    noun neuter

    Can you give me that cleaner?

    Μου δίνεις εκείνο το απορρυπαντικό;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καθαρίστρια
    • γαλάκτωμα καθαρισμού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cleaner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cleaner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καθαριστήριο
  • ανάδοχος του έργου καθαρισμού
  • καθαριστήριο
  • αντισηπτικό χεριών · καθαριστικό χεριών
  • αεροκαθαριστήρας · καθαριστήρας αέρα · συσκευή καθαρισμού αέρα · φίλτρο αέρα
  • , απορροφητική σκούπα · Ηλεκτρική σκούπα · ηλεκτρική σκούπα · σκούπα
  • Καθαρισμός αρχείων αδρανοποίησης
  • καθαριστήριο · στεγνοκαθαριστήριο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cleaner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη