Μετάφραση του "cleaning" σε Ελληνικά

Οι καθάρισμα, καθαρισμός, φασίνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cleaning" σε Ελληνικά.

cleaning noun verb γραμματική

Present participle of clean. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθάρισμα

    noun

    It makes sense for the people who made this mess to clean it up.

    Όποιος έκανε τη μαλακία, αναλαμβάνει και την κύρια ευθύνη για το καθάρισμα.

  • καθαρισμός

    noun masculine

    That's when the cleaning crews go in and the daytime shift leaves.

    Εκείνη την ώρα το συνεργείο καθαρισμού μπαίνει και η ημερήσια βάρδια φεύγει.

  • φασίνα

    noun

    A few weeks ago, she went to Ibiza with her friends, leaving me to deep clean the flat.

    Πριν μερικές εβδομάδες, πήγε στην Ίμπιζα με φίλες, αφήνοντάς με να κάνω φασίνα στο διαμέρισμα.

  • απάλειψη

    Noun

    Firstly, the revision makes it possible to clean up the text to remove the obsolete parts linked to the transition phase towards the liberalised market.

    Πρώτον, η αναθεώρηση καθιστά δυνατή την απλούστευση του κειμένου και την απάλειψη των παρωχημένων μερών που αφορούν τη φάση μετάβασης στην απελευθερωμένη αγορά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cleaning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cleaning
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καθαρισμός

    Cleaning of equipment and facilities shall be carried out by physical or mechanical measures.

    Ο καθαρισμός του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων πραγματοποιείται με φυσικά ή μηχανικά μέτρα.

Φράσεις παρόμοιες με "cleaning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cleaning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη