Μετάφραση του "closing" σε Ελληνικά

Οι κλείσιμο, περάτωση, κλείνοντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "closing" σε Ελληνικά.

closing adjective noun verb γραμματική

The end or conclusion of something [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλείσιμο

    noun neuter

    Sum of all recoveries since closing, net of costs, in currency amount.

    Άθροισμα όλων των εισπράξεων από το κλείσιμο, αφαιρουμένων των εξόδων, σε νόμισμα.

  • περάτωση

    noun

    Furthermore, some cases can only be implemented when the project is closed.

    Εκτός αυτού, ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατό να εφαρμοσθούν μόλις μετά την περάτωση του οικείου σχεδίου.

  • κλείνοντας

    Sometimes when something closes, Something else opens up.

    Μερικές φορές κλείνοντας μια πόρτα μια άλλη θα ανοίξει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καταληκτικός
    • συμπλήρωση
    • επίλογος
    • αποτελείωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " closing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "closing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "closing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη