Μετάφραση του "coercer" σε Ελληνικά
Το εξαναγκαστής είναι η μετάφραση του "coercer" σε Ελληνικά.
coercer
noun
γραμματική
One who practices coercion. [..]
-
εξαναγκαστής
If the Commission, after having granted conditional immunity ultimately finds that the immunity applicant has acted as a coercer, it will withhold immunity.
Αν η Επιτροπή, αφού χορηγήσει υπό όρους απαλλαγή, διαπιστώσει εν τέλει ότι η αιτούσα την απαλλαγή ενήργησε ως «εξαναγκαστής», κατακρατεί την απαλλαγή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " coercer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη