Μετάφραση του "cogitation" σε Ελληνικά

Οι διαλογισμός, σκέψη, στοχασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cogitation" σε Ελληνικά.

cogitation noun γραμματική

(uncountable) The process of cogitating; thought, deliberation or meditation [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαλογισμός

    noun masculine
  • σκέψη

    noun feminine
  • στοχασμός

    masculine

    Philosophers, despite their clever cogitations, cannot ignore or dispel the climate of fear.

    Οι φιλόσοφοι, παρά τους ευφυείς στοχασμούς των, δεν μπορούν ν’ αγνοήσουν ή να εξαφανίσουν το κλίμα του φόβου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συλλογισμός
    • μελέτη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cogitation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cogitation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • think deeply about something; meditate or reflect ... συλλογιζομαι, σκεπτομαι, στοχαζομαι, διαλογιζομαι, διανοουμαι · διαλογίζομαι · διανοούμαι · σκέπτομαι · σκέφτομαι έντονα · στοχάζομαι · συλλογίζομαι · σχεδιάζω
  • σκέφτομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cogitation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη