Μετάφραση του "collaborative" σε Ελληνικά
Οι συλλογικός, συνεργατικός, από κοινού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collaborative" σε Ελληνικά.
collaborative
adjective
noun
γραμματική
Of, relating to, or done by collaboration. [..]
-
συλλογικός
-
συνεργατικός
adjective masculinea collaborative area to exchange information on the setting up and the operation of the national admission systems;
ένας συνεργατικός χώρος για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη συγκρότηση και τη λειτουργία των εθνικών συστημάτων εισδοχής·
-
από κοινού
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- που γίνεται με τη συνεργασία [+Γεν.]
- προϊόν συνεργασίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " collaborative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "collaborative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπηρεσία παροχής ηλεκτρονικής συνεργασίας
-
συνεργατικό φιλτράρισμα
-
Πλατφόρμες συνεργασίας
-
συνεργασία · σύμπραξη
-
διαφάνεια συνεργασίας
-
σε συνεργασία με
-
συμπράττω · συνεργάζομαι
-
συνεργάζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη