Μετάφραση του "collaborator" σε Ελληνικά
Οι συνεργάτης, δωσίλογος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collaborator" σε Ελληνικά.
collaborator
noun
γραμματική
A person who works with others towards a common goal. [..]
-
συνεργάτης
noun masculineThat was the genius of Kubrick, but also his collaborators.
Αυτή ήταν η ιδιοφυία τού Κιούμπρικ, αλλά και των συνεργατών του.
-
δωσίλογος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " collaborator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "collaborator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπηρεσία παροχής ηλεκτρονικής συνεργασίας
-
συνεργατικό φιλτράρισμα
-
Πλατφόρμες συνεργασίας
-
από κοινού · που γίνεται με τη συνεργασία [+Γεν.] · προϊόν συνεργασίας · συλλογικός · συνεργατικός
-
συνεργασία · σύμπραξη
-
διαφάνεια συνεργασίας
-
σε συνεργασία με
-
συμπράττω · συνεργάζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη