Μετάφραση του "collect" σε Ελληνικά

Οι συλλέγω, συγκεντρώνουν, μαζεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collect" σε Ελληνικά.

collect adjective verb noun adverb γραμματική

To gather together; amass items. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συλλέγω

    verb

    The updating of the database shall be carried out in particular using the information collected during conformity checks.

    Η ενημέρωση της βάσης δεδομένων πραγματοποιείται κυρίως με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται κατά τους ελέγχους συμμόρφωσης.

  • συγκεντρώνουν

    verb

    to gather together

    Its middle section reports on data collected as a part of the Facility’s social impact assessment.

    Στο δεύτερο μέρος παρατίθενται τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της εκτίμησης του κοινωνικού αντικτύπου του μηχανισμού.

  • μαζεύω

    verb

    A lot of hard work went into collecting this.

    Xρειάστηκε πολύ σκληρή δουλειά για να μαζέψουμε αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσχωρήσουν
    • συγκεντρώνω
    • παίρνω
    • συνάω
    • καταγράφω
    • συγκεντρώνομαι
    • συμμαζεύω
    • δέχομαι
    • εισπράττω
    • αποσύρω
    • συναθροίζω
    • συναπτή
    • καταχωρίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " collect " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Collect
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συλλέγω, συγκεντρώνω

Φράσεις παρόμοιες με "collect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "collect" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη