Μετάφραση του "collectively" σε Ελληνικά

Οι συλλογικά, μαζί, συλλήβδην είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collectively" σε Ελληνικά.

collectively adverb γραμματική

In a collection; in a collective manner; together as a whole; bunched together; to be treated as a single unit, rather than the items that make up the collection separately. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συλλογικά

    Landings may be made individually or collectively, mention being made of the vessels concerned.

    Οι εκφορτώσεις δύνανται να πραγματοποιούνται μεμονωμένα συλλογικά, εφόσον αναφέρονται από τα ενδιαφερόμενα σκάφη.

  • μαζί

    adverb

    The President may put other amendments to the vote collectively where they are complementary.

    Ο Πρόεδρος μπορεί να θέσει σε ψηφοφορία άλλες τροπολογίες μαζί όταν αυτές αλληλοσυμπληρώνονται.

  • συλλήβδην

    They collectively consider everyone who furiously fought socialism to be resistance fighters and democrats.

    Θεωρούνται αντιστασιακοί και δημοκράτες συλλήβδην όλοι όσοι πολέμησαν λυσσαλέα το σοσιαλισμό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομαδικά
    • μαζικά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " collectively " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "collectively" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "collectively" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη