Μετάφραση του "collected" σε Ελληνικά

Οι συγκεντρωμένος, ψύχραιμος, ήρεμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collected" σε Ελληνικά.

collected adjective verb γραμματική

Cool‐headed, emotionally stable, in focus. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκεντρωμένος

    adjective masculine

    Joan, he was way too collected.

    Τζοάν, ήταν πολύ συγκεντρωμένος.

  • ψύχραιμος

    adjective masculine

    Gavin had no criminal record, enters cool and collected and orders a meal.

    Ο Gavin δεν είχε ποινικό μητρώο, μπαίνει ψύχραιμος και ήρεμος και παραγγέλνει γεύμα.

  • ήρεμος

    adjective masculine

    Gavin had no criminal record, enters cool and collected and orders a meal.

    Ο Gavin δεν είχε ποινικό μητρώο, μπαίνει ψύχραιμος και ήρεμος και παραγγέλνει γεύμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " collected " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Collected
+ Προσθήκη

"Collected" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Collected στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "collected" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "collected" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη