Μετάφραση του "collector" σε Ελληνικά
Οι συλλέκτης, εισπράκτορας, συλλέκτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "collector" σε Ελληνικά.
collector
noun
γραμματική
A person or thing which collects, or which creates or manages a collection. [..]
-
συλλέκτης
noun masculineperson or thing that collects [..]
You can resume your life as a collector.
Και μπορείς να συνεχίσεις τη ζωή σου ως συλλέκτης.
-
εισπράκτορας
noun masculineHe's a numbers collector who ain't been meeting his obligations.
Είναι εισπράκτορας στοιχημάτων που αθετεί τις υποχρεώσεις του.
-
συλλέκτρια
nounIn my own small way, I'm quite a collector myself.
Με τον τρόπο μου είμαι κι εγώ μια συλλέκτρια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " collector " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "collector" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συλλογή δεδομένων
-
σκουπιδιάρης
-
σύνολο συλλογών δεδομένων
-
ηλιακός συλλέκτης
-
Ανοικτού συλλέκτη
-
Κοινού συλλέκτη
-
συλλέκτης τέχνης
-
ελεγκτής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη