Μετάφραση του "colored" σε Ελληνικά

Οι έγχρωμος, χρωματιστός, μαύρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colored" σε Ελληνικά.

colored adjective noun verb γραμματική

Having a particular color or kind of color. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγχρωμος

    adjective masculine

    The point is if you're colored it doesn't matter how much you know.

    Το θέμα είναι, ότι αν είσαι έγχρωμος δεν έχει σημασία πόσα ξέρεις.

  • χρωματιστός

    adjective

    It was like the whole world had suddenly gone from black-and-white to color.

    Ένιωσα λες και ο κόσμος έγινε από ασπρόμαυρος, χρωματιστός.

  • μαύρος

    noun

    When the dark archer first appeared, it seemed he was just an imitator in a different color hood.

    Όταν ο μαύρος τοξότης πρωτοεμφανίστηκε φάνηκε να'ταν ένας μιμητής με διαφορετικό χρώμα κουκούλας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " colored " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "colored" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "colored" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη