Μετάφραση του "coloring" σε Ελληνικά

Οι βαφή, χρωματισμός, χρώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coloring" σε Ελληνικά.

coloring noun verb γραμματική

Present participle of color. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαφή

    noun feminine

    Inducing someone to buy a hair color isn't like inducing them to drive in front of a truck.

    Άλλο να πείσεις κάποιον να πάρει βαφή κι άλλο να τρακάρει με φορτηγό.

  • χρωματισμός

    noun

    We were playing with some different color schemes that weren't always seen in film.

    Παίζαμε με διαφορετικούς χρωματισμούς που δεν τους συναντούσες σε ταινίες.

  • χρώμα

    noun neuter

    Tom hangs his clothes, then arranges them by color.

    Ο Tom κρεμάει τα ρούχα του κι έπειτα τα οργανώνει σύμφωνα με το χρώμα.

  • απόχρωση

    noun feminine

    The baby's blood will swirl with slick color.

    Στο αίμα μωρού θα εμφανιστούν κηλίδες με γυαλιστερή απόχρωση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " coloring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "coloring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "coloring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη