Μετάφραση του "comfortable" σε Ελληνικά

Οι άνετος, αναπαυτικός, βολικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comfortable" σε Ελληνικά.

comfortable adjective noun γραμματική

(obsolete) Comforting, providing comfort; consolatory. [14th-19th c.] [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνετος

    adjective masculine

    in a state of comfort [..]

    The sofa is comfortable.

    Ο καναπές είναι άνετος.

  • αναπαυτικός

    adjective

    This couch looks comfortable.

    Αυτός ο καναπές δείχνει αναπαυτικός.

  • βολικός

    adjective

    He has spent the time since then becoming a wealthy, comfortable man.

    Από τότε έχει γίνει ένας πλούσιος, βολικός άνδρας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρκετός
    • επαρκής
    • με μεγάλη οικονομική άνεση
    • αθόρηβος
    • που έχει οικειότητα (με κτ)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " comfortable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "comfortable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "comfortable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη