Μετάφραση του "commercialization" σε Ελληνικά
Το εμπορευματοποίηση είναι η μετάφραση του "commercialization" σε Ελληνικά.
commercialization
noun
γραμματική
The act of commercializing. [..]
-
εμπορευματοποίηση
noun femininethe act of commercializing [..]
There are no circumstances in which the human body and parts thereof should become a commercial commodity.
Δεν υπάρχουν περιστάσεις που να δικαιολογούν την εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος ή τμημάτων του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " commercialization " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "commercialization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διεθνείς εμπορικοί όροι
-
εμπορικής διαβάθμισης
-
εμπορικό χρεόγραφο
-
όχημα δημοσίας χρήσεως
-
ασφάλιση επαγγελματικής στέγης · εμπορική ασφάλιση
-
γεωργία για εμπορικούς σκοπούς
-
επαγγελματικό τυπογραφείο
-
εμπορευματοποίηση · εμπορικότητα · εμποροκρατία · εμπόριο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη