Μετάφραση του "commercially" σε Ελληνικά

Οι εμπορικά, εμπορικώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commercially" σε Ελληνικά.

commercially adverb γραμματική

In a commercial manner: a manner pertaining to commerce. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπορικά

    adverb

    The name of the company issuing the commercial invoice.

    Η επωνυμία της εταιρείας που εκδίδει το εμπορικό τιμολόγιο.

  • εμπορικώς

    Such conduct would not be ‘feasible or commercially sensible’.

    Μια τέτοια συμπεριφορά δεν θα ήταν «ρεαλιστική ούτε εμπορικώς εύλογη».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commercially " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "commercially" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commercially" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη