Μετάφραση του "commiserate" σε Ελληνικά

Οι λυπάμαι, συμπάσχω, συμπαθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commiserate" σε Ελληνικά.

commiserate adjective verb γραμματική

(obsolete, rare) commiserating, pitying, lamentful [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυπάμαι

    verb

    I meant to say... commiserations.

    Ήθελα να πω... ότι λυπάμαι.

  • συμπάσχω

    verb

    You and Lincoln should get together and commiserate.

    Εσύ και ο Λίνκολν, πρέπει να βρεθείτε και να συμπάσχετε μαζί.

  • συμπαθώ

    verb
  • συμπονώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commiserate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "commiserate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commiserate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη