Μετάφραση του "commissioning" σε Ελληνικά

Οι ανάθεση, διάπραξη, θέση σε λειτουργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commissioning" σε Ελληνικά.

commissioning noun verb γραμματική

Present participle of commission. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάθεση

    noun

    Julius wants to destroy me with this commission.

    Ο Ιούλιος θέλει να με καταστρέψει μ'αυτήν την ανάθεση...

  • διάπραξη

    noun

    prejudice the investigation or facilitate the commission of crime.

    να βλάψει την έρευνα ή διευκολύνει τη διάπραξη εγκλημάτων.

  • θέση σε λειτουργία

    If the exporter has responsibility for commissioning, the latest starting point is at commissioning.

    Εάν ο εξαγωγέας έχει την ευθύνη της λειτουργίας, η προθεσμία για την ημερομηνία έναρξης είναι η θέση σε λειτουργία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commissioning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "commissioning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commissioning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη