Μετάφραση του "commonly" σε Ελληνικά
Οι συνήθως, κοινώς, καθημερινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commonly" σε Ελληνικά.
commonly
adverb
γραμματική
as a rule; frequently; usually [..]
-
συνήθως
adverbIt is the identity that is most commonly sent between the mobile and the network.
Πρόκειται για την ταυτότητα που αποστέλλεται συνηθέστερα μεταξύ του κινητού και του δικτύου.
-
κοινώς
adverbSpecimens qualifying as worked specimens are commonly referred to as ‘antiques’.
Τα δείγματα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως επεξεργασμένα δείγματα είναι κοινώς γνωστά ως «αντίκες».
-
καθημερινός
adjective(2) The directive is thus commonly known as the "Seveso directive".
Η οδηγία αποκαλείται επίσης στην καθημερινή γλώσσα ως "οδηγία Seveso".
-
χυδαία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " commonly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "commonly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινώς γνωστός ως
-
κοινώς γνωστός ως
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη