Μετάφραση του "commonplace" σε Ελληνικά

Οι κοινοτοπία, κοινός, τετριμμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "commonplace" σε Ελληνικά.

commonplace adjective verb noun γραμματική

ordinary; having no remarkable features [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοινοτοπία

    noun feminine

    something that is ordinary [..]

    These conditions have all become commonplace in modern societies.

    " Αυτές οι καταστάσεις, έχουν γίνει όλες κοινοτοπία στις μοντέρνες κοινωνίες ".

  • κοινός

    adjective masculine

    ordinary

    It's become rather commonplace in France to be stood against the wall and shot.

    Έχει καταντήσει αρκετά κοινό στη Γαλλία να στέκεσαι στον τοίχο και να σε πυροβολούν.

  • τετριμμένος

    masculine

    ordinary

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καθημερινότητα
    • καθημερινός
    • κοινος, τετριμμενος
    • στερεοτυπία
    • καθεστώς
    • ευτελής
    • κοινός τόπος
    • πολύ συνηθισμένος
    • συνηθισμένο φαινόμενο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " commonplace " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "commonplace" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "commonplace" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη