Μετάφραση του "communicative" σε Ελληνικά

Οι ομιλητικός, ανοικτός, επικοινωνιακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "communicative" σε Ελληνικά.

communicative adjective γραμματική

Someone or something which tends to eagerly and effectively communicate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομιλητικός

    adjective masculine

    You can try, but he's not very communicative.

    Προσπαθήστε, αλλά δεν είναι πολύ ομιλητικός.

  • ανοικτός

    adjective masculine

    And so, what I think is really intriguing about a community like 4chan is just that it's this open place.

    Οπότε, αυτό που νομίζω πως είναι πραγματικά ενδιαφέρον για μία κοινότητα όπως το 4chan είναι απλά πως αυτός είναι ένας ανοικτός χώρος.

  • επικοινωνιακός

    adjective masculine

    I just sense that it wouId be good for you to be a little bit more communicative.

    'Εχω την αίσθηση ότι πρέπει να γίνεις λίγο πιο επικοινωνιακός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεταδοτικός
    • πολυλογάς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " communicative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "communicative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "communicative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη