Μετάφραση του "comparing" σε Ελληνικά
Οι αντιπαράθεση, σύγκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comparing" σε Ελληνικά.
comparing
verb
noun
Present participle of compare. [..]
-
αντιπαράθεση
nounThe monetary values attaching to the legal positions under the different legal systems may also be compared.
Είναι δυνατόν να γίνει αντιπαράθεση και της χρηματικής αξίας των δικαιωμάτων σε εκάστη των εννόμων τάξεων.
-
σύγκριση
noun feminineThis number represents a 15 % of increase of consumer cases compared with 2009.
Ο αριθμός αυτός συνιστά αύξηση κατά 15 % των υποθέσεων καταναλωτών σε σύγκριση με το 2009.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " comparing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "comparing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγκριτικά · σχετικά
-
Συγκρίνω
-
συγκριτής
-
ανάλογος · ισάξιος · ισότιμος · παρεμφερής · παρόμοιος · συγκρίσιμος
-
συγκριτική ψυχολογία
-
συγκριτική εκπαίδευση
-
συγκρίνω
-
συγκριτική λογοτεχνία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη