Μετάφραση του "comparable" σε Ελληνικά
Οι συγκρίσιμος, ανάλογος, ισάξιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "comparable" σε Ελληνικά.
comparable
adjective
noun
γραμματική
(often with to ) Able to be compared (to). [..]
-
συγκρίσιμος
adjective masculineHowever, there was only one type sold domestically which was comparable to the exported type.
Εντούτοις, μόνο ένας τύπος που πωλήθηκε εγχώρια ήταν συγκρίσιμος με τον εξαχθέντα τύπο.
-
ανάλογος
adjectiveWaiting times there are comparable with what they were before the introduction of freedom of movement.
Ο χρόνος αναμονής εκεί είναι ανάλογος με το χρόνο αναμονής πριν από την καθιέρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας.
-
ισάξιος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ισότιμος
- παρεμφερής
- παρόμοιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " comparable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "comparable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγκριτικά · σχετικά
-
Συγκρίνω
-
συγκριτής
-
συγκριτική ψυχολογία
-
συγκριτική εκπαίδευση
-
συγκρίνω
-
συγκριτική λογοτεχνία
-
άλλος · εφάμιλλος · καινούργιος · νέος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη