Μετάφραση του "competency" σε Ελληνικά

Οι γνώση, ικανότητα, επάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "competency" σε Ελληνικά.

competency noun γραμματική

(obsolete) A sufficient supply (of). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνώση

    noun feminine

    Where a competent authority of a Party has a reasonable suspicion, or becomes aware, that:

    Σε περίπτωση που μία αρμόδια αρχή ενός συμβαλλόμενου μέρους έχει αιτιολογημένη υπόνοια ή λαμβάνει γνώση του γεγονότος:

  • ικανότητα

    noun feminine

    Your persistence is admirable, Major, but your competence is nonexistent.

    Η εμμονή σας είναι αξιοθαύμαστη, ταγματάρχα αλλά η ικανότητά σας είναι ανύπαρκτη.

  • επάρκεια

    noun feminine

    In such cases the laboratory shall be independent and competent.

    Στις περιπτώσεις αυτές το εργαστήριο πρέπει να είναι ανεξάρτητο και να διαθέτει επάρκεια.

  • τεχνογνωσία

    noun

    A recognized level of expertise within a given technical and/or business area.

    The Agency has already built up competence, skills and capacities which are directly relevant for those tasks.

    Ο Οργανισμός έχει ήδη αναπτύξει τεχνογνωσία, δεξιότητες και ικανότητες, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με τα εν λόγω καθήκοντα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " competency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Competency
+ Προσθήκη

"Competency" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Competency στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "competency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ειρηνοδικείο
  • ανταγωνίζομαι · διαγωνίζομαι · συναγωνίζομαι
  • νομοθετική αρμοδιότητα
  • αλληλοσυγκρουόμενος · ανταγωνιστικός · αντιμαχόμενοι, -ες, -α
  • άξιος · έχων τα προσόντα · ανταποκρινόμενος στις ανάγκες · αποδεκτός · αρκετός · αρμόδιος · επαρκής · ικανός · κατάλληλος
  • αρμοδιότητα των κρατών μελών
  • Ικανότητα · αρμοδιότητα · γνώση · διεύθυνση · επάρκεια · ικανότητα · οικονομική άνεση
  • εξωτερική αρμοδιότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "competency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη