Μετάφραση του "complicate" σε Ελληνικά

Οι περιπλέκω, μπλέκω, μπερδεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "complicate" σε Ελληνικά.

complicate adjective verb γραμματική

(transitive) To fold or twist together; to combine intricately; to make complex; to combine or associate so as to make intricate or difficult. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιπλέκω

    verb

    If your child knows who I am, it could complicate things.

    Εάν το παιδί σας δεν ξέρει ποιος είμαι, θα μπορούσε να περιπλέξει τα πράγματα.

  • μπλέκω

    verb

    The garbage truck was using a crusher, so that complicates cause of death.

    Το σκουπιδιάρικο χρησιμοποιούσε θραυστήρα, που μπλέκει την αιτία θανάτου.

  • μπερδεύω

    verb

    The very fact of me must be complicated for you.

    Εγώ ο ίδιος πρέπει να σε μπερδεύω πάρα πολύ.

  • δυσχεραίνω

    The Commission's structure complicates the coordination between its services in respect of food security operations.

    Η διάρθρωση της Επιτροπής δυσχεραίνει το συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών της σχετικά με τις πράξεις της επισιτιστικής ασφάλειας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " complicate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "complicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "complicate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη